μποχλάδα, η - (ουσ.) συνθ. συνδυασμός δύο λέξεων, μπόχα (= βρώμα, δυσωδία) και αγελάδα (= το θηλυκό βοοειδές). Ιδιωματική έκφραση που χρησιμοποιείται συνήθως απ' τους άνδρες αλλά και από γυναίκες εφηβικής ηλικίας για να περιγράψει ένα "αγελαδινό", δηλαδή μια απεριποίητη λιπώδη γυναίκα. H χρήση της λέξης στον προφορικό και γραπτό λόγο θεωρείται κοινωνικό ταμπού και έχει χυδαία έννοια. Αν και δεν είναι καταγεγραμμένη στο λεξικό Μπαμπινιώτη, η χρήση είναι γνωστή στην δημοτική από τις αρχές του 20ου αιώνα, ενδεχομένως και νωρίτερα.
μποχλάδα, η - (ουσ.) συνθ. συνδυασμός δύο λέξεων, μπόχα (= βρώμα, δυσωδία) και αγελάδα (= το θηλυκό βοοειδές). Ιδιωματική έκφραση που χρησιμοποιείται συνήθως απ' τους άνδρες αλλά και από γυναίκες εφηβικής ηλικίας για να περιγράψει ένα "αγελαδινό", δηλαδή μια απεριποίητη λιπώδη γυναίκα. H χρήση της λέξης στον προφορικό και γραπτό λόγο θεωρείται κοινωνικό ταμπού και έχει χυδαία έννοια. Αν και δεν είναι καταγεγραμμένη στο λεξικό Μπαμπινιώτη, η χρήση είναι γνωστή στην δημοτική από τις αρχές του 20ου αιώνα, ενδεχομένως και νωρίτερα.