λάλα=έντομο που κυκλοφορεί κυρίως σε πυκνώδη βλάστηση με επώδυνο τσίμπημα λαπάντε= να λάμπουν( καθαρίζω το κάνω να λάμπει) λάτα=τενεκές λεφτή=ψωμί σε σχήμα καρβελιού λουτρουβιό=ελαιοτριβείο
λάλα=έντομο που κυκλοφορεί κυρίως σε πυκνώδη βλάστηση με επώδυνο τσίμπημα λαπάντε= να λάμπουν( καθαρίζω το κάνω να λάμπει) λάτα=τενεκές λεφτή=ψωμί σε σχήμα καρβελιού λουτρουβιό=ελαιοτριβείο